διάσειση

διάσειση
[-ις (-εως)] η , διάσεισμός ο сотрясение, колебание;

§ διάσειση εγκεφάλου — сотрясение мозга


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διάσειση" в других словарях:

  • διάσειση — Παθολογική κατάσταση που μπορεί να αφορά οποιοδήποτε όργανο του σώματος, κατά την οποία διαταράσσονται πρόσκαιρα οι λειτουργίες του, χωρίς να συνυπάρχει ανιχνεύσιμη ανατομική βλάβη. Συνηθέστερα παρατηρείται η εγκεφαλική δ., που προκαλείται από… …   Dictionary of Greek

  • διάσειση — η απότομη καταστολή των λειτουργιών του εγκεφάλου, που προκαλείται από τράνταγμα ή χτύπημα, καθώς και τα συμπτώματα που τον συνοδεύουν: Εγκεφαλική διάσειση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασείσῃ — διασείσηι , διάσεισις succussion fem dat sg (epic) διασείω shake violently aor subj mid 2nd sg διασείω shake violently aor subj act 3rd sg διασείω shake violently fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασείσηι — διάσεισις succussion fem dat sg (epic) διασείσῃ , διασείω shake violently aor subj mid 2nd sg διασείσῃ , διασείω shake violently aor subj act 3rd sg διασείσῃ , διασείω shake violently fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκροφάνεια — Η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο φαίνεται ως νεκρό εξαιτίας αναστολής των εξωτερικών εκδηλώσεων της ζωής του. Η ν. εκδηλώνεται με διακοπή της κινητικότητας και αισθητικότητας του ατόμου, έλλειψη της συνείδησης, και σχεδόν πλήρη διακοπή της… …   Dictionary of Greek

  • σείση — η / σείσις, εως, ΝΑ [σείω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σείω 2. φρ. «ιπποκρατική σείση» ιατρ. μέθοδος εξέτασης τού θώρακα που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τον Ιπποκράτη και χρησιμοποιείται μερικές φορές ακόμη και σήμερα και κατά την… …   Dictionary of Greek

  • σείω — ΝΜΑ, και σείνω και σείω και μεσοπαθ. σειέμαι Ν, και ποιητ. τ. σίω Α 1. κινώ κάτι προς τα εδώ και προς τα εκεί κατ επανάληψη, ανακινώ, ταλαντεύω, ταρακουνώ, δονώ (α. «καὶ σείσει τὸ κοντάριν του», Πρόδρ. β. «Θρηικίην σιόντα χαίτην», Ανακρ.) 2. παθ …   Dictionary of Greek

  • τιναγμός — ο, ΝΑ [τινάσσω] 1. βίαιη και απότομη κίνηση, τίναγμα 2. διάσειση, τράνταγμα δένδρου για την κατάρριψη καρπών 3. φρ. «κέντρο τιναγμού» φυσ. σημείο ενός στερεού σώματος που μπορεί να στρέφεται ελεύθερα γύρω από σταθερό άξονα και το οποίο είναι… …   Dictionary of Greek

  • συγκλονισμός — ο 1. διάσειση, τράνταγμα. 2. αναστάτωση ψυχική, σφοδρή συγκίνηση: Δε συνήλθε ακόμα από το συγκλονισμό που ένιωσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»